ακαμπής

ακαμπής
(-ούς), -ές (Α ἀκαμπής)
άκαμπτος, αλύγιστος, ίσιος
αρχ.
1. μτφ. αλύγιστος, ασυγκίνητος
«ἀκαμπὴς πρὸς οἶκτον» (Πλούτ. 959 f)
2. σταθερός, ανυποχώρητος
3. αναπόφευκτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + -καμπὴς < κάμπτω].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ἀκαμπής — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαμπῆ — ἀκαμπής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀκαμπής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀκαμπής masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαμπεῖ — ἀκαμπής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀκαμπής masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαμπεῖς — ἀκαμπής masc/fem acc pl ἀκαμπής masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαμπέα — ἀκαμπής neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀκαμπής masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαμπές — ἀκαμπής masc/fem voc sg ἀκαμπής neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαμπέστατον — ἀκαμπής masc acc superl sg ἀκαμπής neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαμπεστέρους — ἀκαμπής masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαμποῦς — ἀκαμπής masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαμπέας — ἀκαμπής masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”